Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Κεντρική Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

ΚΕΝΤΡΙΚΉ ΒΙΒΛΙΟΘΉΚΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΊΟΥ ΘΕΣΣΑΛΊΑΣ

Μελέτη

1990-1997

Κατασκευή

1998-2004

Αρχιτέκτονες

Σύνθεση Ο.Ε.
Κώστας Αδαμάκης
Ελένη Γαλλή
Δημητρα Νικολάου
Δημήτρης Φιλιπιτζής

Σύμβουλοι

Dr. Robert Claus Jopp
Dr. Rolf Furhlott

Ο Βόλος, μια πόλη με συνεκτικό αστικό ιστό, ομοιόμορφο, χωρίς όμως εξάρσεις και σημεία αναφοράς όπως όλες σχεδόν οι Ελληνικές επαρχιακές πόλεις, διατηρεί σήμερα αποσπασματικά λιγοστές ιστορικές μνήμες στο ήδη δομημένο περιβάλλον.

Στον αστικό ιστό αυτό, εντάσσεται και η περιοχή όπου δημιουργείται η κεντρική Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας περιοχή όπου σήμερα συμβιώνει ένα μικρό κτιριακό απόθεμα του παρελθόντος με κάποιες σύγχρονες «μοντερνίστικες» προσπάθειες.

Θεωρώντας ότι έχουν σχεδόν εξαντληθεί οι ευκαιρίες για την δημιουργία μιας αρχιτεκτονικής που σηματοδοτεί το σήμερα ενώ παράλληλα σέβεται αυτό που κληρονομεί και αντέχει στην πρόκληση του αύριο επιχειρείται η μελέτη για την διαμόρφωση του κτιρίου της πρώην Τράπεζας Αθηνών σε Πανεπιστημιακή Κεντρική Βιβλιοθήκη.

Η αναζήτηση του υπό μελέτη κτιρίου στο παρελθόν μας οδηγεί στις αρχές του αιώνα γύρω στο 1910 όταν κατασκευάσθηκε ένα εκλεκτικιστικό κτίριο με έντονα νεοκλασικά στοιχεία ενταγμένο αρμονικά σ ́ ένα αντίστοιχο περιβάλλον, για τη στέγαση της Τράπεζας Αθηνών. Μετά από την καταστροφική Το κτίριο το 1925 όταν λειτουργούσε ως Τράπεζα Αθηνών επίδραση του σεισμού το 1954 και μιας σειράς εξωτερικών και εσωτερικών επεμβάσεων το εναπομείναν τμήμα του κτιρίου αμυδρά μόνον ακτινοβολούσε την αίγλη του παρελθόντος.

Αντίστοιχα, ο περιβάλλων αστικός ιστός υποβαθμίστηκε με την δημιουργία ετερόκλητων αρχιτεκτονικών επεμβάσεων διαταράσσοντας την όποια ισορροπία. Στην αρχική του μορφή το κτίριο αποτελείται από πέντε ορόφους. Στη φάση επέμβασης το υπάρχον εναπομείναν κτίριο αποτελείται από υπόγειο και υπερυψωμένο ισόγειο, διαστάσεων 12,70* 69,10 και κάλυπτε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο.

Η επέμβαση μας λοιπόν στον συγκεκριμένο χώρο προσπαθεί να δώσει καινούργια «ψυχή» σύγχρονη και καταλυτική στα υπολείμματα του κελύφους που υφίσταται, ακροβατώντας ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Πρόθεσή μας είναι να δημιουργήσουμε ένα διαχρονικό δημόσιο κτίριο κυρίαρχο στον αστικό ιστό, όπως πρέπει να είναι η συγκεκριμένη Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη.

Ένα κτίριο που να υποδέχεται, να υποβάλλει, να σηματοδοτεί, να παραπέμπει, να επιβάλλεται, να προτείνει αλλά και να συνηγορεί στην εξέχουσα από κοινωνικό – πολιτιστική άποψη λειτουργία της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης.

Να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς όχι μόνον για το πανεπιστήμιο αλλά και την πόλη ολόκληρη.

Ο τρόπος επέμβασης στο συγκεκριμένο κτίριο καθορίστηκε αφ ́ ενός μεν από την προηγούμενη θεωρητική τοποθέτηση στο πρόβλημα αφ ́ ετέρου δε από τα δεδομένα του αρχικού κτιρίου της Τράπεζας Αθηνών σε συνδυασμό με τις κτιριολογικές και λειτουργικές απαιτήσεις μιας πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης.

Επιπλέον οι πολεοδομικές δεσμεύσεις για την επισκευή - επέκταση καθ’ ύψος - μετατροπή του υπάρχοντος τμήματος του αρχικού κτιρίου ήταν σαφείς: To νέο κτίριο έπρεπε να ακολουθήσει το περίγραμμα και το ύφος του αρχικού.

Για τους λόγους αυτούς επιχειρήθηκε μια αναβίωση του παλιού αρχιτεκτονικού ύφους «τοπικά» στο κάτω υφιστάμενο τμήμα του κτιρίου.

Τονίσθηκε με απόλυτη συμμετρία ο κεντρικός πυρήνας στο περίγραμμα και στο ύφος του αρχικού και συμπληρώθηκαν τα κενά με ένα κτίριο «φόντο» το οποίο καταρρέει και εξαϋλώνεται (γίνεται τελείως διαφανές) στα άκρα όπου επικάθεται στο αναστηλωμένο κομμάτι διατηρώντας την τριμερή μορφολογική οργάνωση του αρχικού κτιρίου: βάση, κορμός και στέψη.

Πραγματοποιείται εν ολίγοις μια αισθητική και παράλληλα δομική συνύπαρξη του παλιού που υπάρχει σαν ιστορική αφορμή και του νέου κτιρίου που δημιουργείται. Δομική συνύπαρξη γιατί απογυμνώνοντας την παλιά λιθοδομή πάχους 70 έως 90 εκατοστών την ενισχύουμε με οπλισμένο σκυρόδεμα πάχους 20 έως 25 εκ. που συνεχιζόμενο κατακόρυφα σαν τοιχείο ελεύθερο, δημιουργεί τον εξωτερικό φορέα του νέου κτιρίου «φόντο». Αυτή η δομική συνέχεια συνηγορεί στην αρχιτεκτονική μας επιλογή της διαφοροποίησης ΠΑΛΙΟΥ – ΝΕΟΥ.

Για την αναβίωση του παλιού ανακατασκευάζονται όλες οι αρχικές λεπτομέρειες. Το νέο, ένα κτίριο απλό που δεν προκαλεί το παλιό αλλά σαφώς παραπέμπει σ ́ αυτό.

Στο τελείωμα του κεντρικού τμήματος τοποθετείται μεταλλική στέγη ενταγμένη πλήρως στο περίγραμμα του αρχικού κτιρίου.

Όσον αφορά την Βιβλιοθήκη σαν λειτουργία αποδεχόμαστε την Βιβλιοθηκονομική άποψη του κλειστού και εσωστρεφούς κτιρίου που εξασφαλίζει την διατήρηση του βιβλίου στο χρόνο. Για την μεγαλύτερη εξοικείωση των χρηστών, κύρια φοιτητών, με τη Βιβλιοθήκη και το βιβλίο επιλέγεται ως τρόπος λειτουργίας η ελεύθερη προσπέλαση στα βιβλιοστάσια (open access).

Τέλος υιοθετείται το σύστημα μηχανοργάνωσης (computers) για την ταξινόμηση και την χρησιμοποίηση των πληροφοριών.

Το κτίριο αναπτύσσεται σε πέντε ορόφους και υπόγειο με βοηθητικές χρήσεις (λεβητοστάσια – αποθήκες κ.λπ.).

Η κατακόρυφη επικοινωνία για λόγους πυρασφάλειας λόγω του επιμήκους του κτιρίου γίνεται με 3 κλιμακοστάσια και 2 ανελκυστήρες.

Στον Α ́ όροφο τοποθετούνται ο χώρος καταλόγων και βιβλιογραφίας και τα βιβλιοστάσια και αναγνωστήρια με βιβλία και περιοδικά γενικών πληροφοριών.

Στον Β ́- Γ ́ και Δ ́ όροφο τοποθετούνται επίσης βιβλιοστάσια και αναγνωστήρια των επί μέρους τμημάτων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Στον Ε ́ όροφο με δυνατότητα χρησιμοποίησης του δώματος, με εξαιρετική θέα προς το λιμάνι τοποθετήθηκε κυλικείο - εστιατόριο με δυνατότητα και ανεξάρτητης λειτουργίας.

Στο ΝΔ τμήμα του κτιρίου τοποθετούνται ομαδοποιημένες κατακόρυφα όλες οι δραστηριότητες που αφορούν την επεξεργασία – ταξινόμηση βιβλίων, η είσοδος προσωπικού και οι κοινόχρηστοι χώροι.